Συντάκτης: kostis (Σελίδα 3 από 4)

Γιώργος Παλούμπης

Γιώργος Παλούμπης

 

Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο (2010-2012) σκηνοθετώντας το έργο «Αόρατη Όλγα» του Γιάννη Τσίρου (ένα εκ των δύο έργων της παράστασης με τον γενικό τίτλο «Ξένος») με το οποίο συμμετείχε και στο φεστιβάλ Emergency Entrance που διοργάνωσε η Ένωση Θεάτρων της Ευρώπης (UTE) (Για το συγκεκριμένο έργο η ηθοποιός Λένα Παπαληγούρα έλαβε το βραβείο Μελίνα Μερκούρη καλύτερης γυναικείας ερμηνείας). Επίσης για το Εθνικό Θέατρο, έκανε τη σκηνοθετική επιμέλεια στο αναλόγιο του έργου «Λάσπη» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη (2007).

Για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σκηνοθέτησε την «Αγγέλα» του Γιώργου Σεβαστίκογλου (Μονή Λαζαριστών, αίθουσα Σωκράτης Καραντινός, 2016).

Για το Φεστιβάλ Αθηνών (2010) έκανε τη σκηνοθετική επιμέλεια της μουσικής – θεατρικής παράστασης «Κοινός Τόπος» (με το μουσικό συγκρότημα Active Member και την Όλια Λαζαρίδου).

Σκηνοθέτησε επίσης τις παραστάσεις «Κατάδικος μου» των Ελένη Ράντου, Σάρας Γανωτή, Νίκου Σταυρακούδη (Θέατρο Διάνα, υποψήφιος για βραβείο σκηνοθεσίας του περιοδικόυ «Αθηνόραμα» 2012). «50 λέξεις» του Μάικλ Γουέλλερ (Θέατρο Βικτώρια – υποψήφιος για βραβείο σκηνοθεσίας του περιοδικόυ «Αθηνόραμα» 2011), «Addio Del Passato» της Λείας Βιτάλη (Με την Ράνια Οικονομίδου Θέατρο Καππα, 2015), «Διονυσιακή Νύχτα» του Στέφανου Κακαβούλη (Θέατρο Αθηνών, 2007), «Πήρε τη Ζωή της στα Χέρια της» του Βασίλη Κατσικονούρη (Θέατρον Ελληνικός Κόσμος, 2012), «Τα Λουλούδια στην Κυρία» του Άκη Δήμου (Θέατρο Από Μηχανής, 2014), «καθώς και το έργο «Είστε και Φαίνεστε» του Φόλκερ Λούντβιγκ (Ομάδα «Συντεχνία του Γέλιου» -παιδικό έργο – Σύγχρονο Θέατρο, 2015-16) . Στα πλαίσια του φεστιβάλ Νέου Ελληνικού Έργου του Θεάτρου Τέχνης (2013-2014) σκηνοθέτησε το έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Τον Άυλο Εσένα» και στις αναγνώσεις που διοργανώθηκαν επίσης στο Θέατρο Τέχνης (2015), έκανε την σκηνοθετική επιμέλεια του έργου της Μαρίας Τσιμά «Ίσια Δικαιώματα» (Συμμετείχε η Λήδα Πρωτοψάλτη).

Στο θέατρο Επί Κολωνώ, μετέφρασε και σκηνοθέτησε τις παραστάσεις «Dumb Waiter» του Χάρολντ Πίντερ (2003-04), «Η Κατάρα των Πεινασμένων» του Σαμ Σέπαρντ (συν-σκηνοθεσία με την Ελένη Σκότη – συνυποψήφιος για βραβείο σκηνοθεσίας του περιοδικόυ «Αθηνόραμα» 2003), «Bug» του Τρέισι Λετς (υποψήφιο για βραβείο καλύτερης παράστασης του περιοδικού «Αθηνόραμα» 2007) , «Penetrator» του Άντονυ Νίλσον (2006-07), σκηνοθέτησε το έργο «Δανειστές» του Αύγουστου Στρίντμπεργκ (2008), καθώς και την performance «Μαύρο με Άσπρο» (2004).

Έγραψε και σκηνοθέτησε τα έργα «Penalty» (Θέατρο Επί Κολωνώ, 2005), «Νο 44» (Θέατρο Μεταξουργείο, 2008) και «ΠΑΚΜΑΝ» (Θέατρο Χώρα 2009-10).

Συμετείχε στο φεστιβάλ “The 24 hr plays” (2010) στο θέατρο Χώρα σκηνοθετώντας το μονόπρακτο «Δέκα και Μισή» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, καθώς επίσης και στις εκδηλώσεις της «Κίνησης Μαβίλη» στο θέατρο Εμπρός με την performance «Κανονική Ζωή» (2012).

Από το 2003 συνεργάστηκε με τη Δημοτική Θεατρική Ομάδα Νέας Αρτάκης όπου έχει σκηνοθετήσει έργα των Τερζάκη, Άντερσεν, Φεντώ, Κεχαϊδη, Α. Κρίστι, Μολιέρου κ.α.

Έχει διδάξει υποκριτική σε διάφορα θεατρικά εργαστήρια. Από το 2015 διδάσκει στο Θέατρο Τέχνης.

 

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ «ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΕΧΝΗΣ»

Όταν πέρυσι τον Ιούνιο, ύστερα από εντατική προπαρασκευαστική δουλειά με τους μαθητές της Σχολής κάναμε την πρώτη μας συνάντηση, νέοι και παλαιοί μαθητές και νέοι ηθοποιοί -συνεργάτες μου στο επαγγελματικό θέατρο- και θέσαμε τις βάσεις της εργασίας μας στο «Θέατρο Τέχνης», μείναμε σύμφωνοι αρχικά, πως το θέατρο μας δε θα είχε κανένα λόγο ύπαρξης αν δε διέφερε απόλυτα απ’ τα υπάρχοντα θέατρα. Μ’ αυτό ας μη μας καταλογισθεί ούτε αυθάδεια μήτε αναίδεια. Δεν επιθυμούμε να επιρρίψουμε μομφή ή να θίξουμε κανένα. Εννοούμε μόνον ότι δεν ξεκινήσαμε με την προοπτική να προσθέσουμε ένα ακόμη θέατρο στα τόσα υπάρχοντα, ούτε θέσαμε ως απώτερη φιλοδοξία μας να επιτύχουμε να δώσουμε παραστάσεις κατά τι καλύτερες από τον Α ή τον Β. Ύστερα απ’ αυτή την άρνηση —και βάση κάθε νέας δημιουργίας είναι μία άρνηση— ύστερα λοιπόν απ’ αυτή την άρνηση κι όλα τα δεν, ας εξηγήσουμε το θετικό μέρος της αποστολής μας. Λέμε αποστολή κι ούτε σκιαζόμαστε τη λέξη, μήτε μας ενοχλεί η ιδέα, γιατί μονάχα με απόλυτη πίστη, με απόλυτη θυσία του εαυτού μας σε μια ανώτερη ιδέα, μπορούμε ν’ αποχτήσουμε τη δύναμη, την Οντότητα, και να φέρουμε στην επιφάνεια τον ψυχικό πλούτο που βρίσκεται θαμμένος μέσα μας για την πραγματοποίησή της. Πρέπει να πιστεύουμε σε θαύματα για να γίνουν θαύματα. Πρέπει να ξεφύγουμε από κάθε μαρασμό, δυσπιστία, άρνηση και εγωκεντρισμό, για να βοηθήσουμε να ξεπετάξει ο μικρός θεός που ο καθένας κρύβει μέσα του. Πριν από κάθε άλλο χρειάζεται πίστη σε κάτι έξω από μας, μεγαλύτερο από μας. Αυτό μόνο θα μας βοηθήσει τους ίδιους να πλατύνουμε. Είμαστε μικροί, πολύ μικροί από κάθε πλευρά και από κάθε άποψη μπροστά στο έργο που τάξαμε στους εαυτούς μας. Έξω από αυτό είμαστε τίποτα. Χάρη σ’ αυτό αποκτάμε οντότητα και ζωή. Η συνείδηση αυτού του πράγματος μάς δίνει την πίστη στην αποστολή μας. Μ’ αυτό τον τρόπο ξεκαθαρίζεται ίσως η αφετηρία του ξεκινήματος μας, αφετηρία και ανάγκη καθαρά ψυχική. Ψυχική ανάγκη γιατί; Για μια πιο πλούσια, πιο ωραία, πιο βαθιά ολοκληρωμένη ζωή, μια ανάταση του εαυτού μας, μια πιο πλατιά κατανόηση των γύρω μας μέσα απ’ την τέχνη, συγκεκριμένα μέσα από το θέατρο. Με άλλα λόγια το «Θέατρο Τέχνης» είναι μια εκδήλωση ζωής, και θέλω να πιστεύω πως οι εργάτες του θα μπορούσανε να επιδοθούν με τον ίδιο ζήλο σε οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, φτάνει αυτό να εκπλήρωνε τους απαραίτητους όρους μιας ψυχικής ανάτασης, ενός κοινωνικού προορισμού. Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας. Μόνος ο καθένας μας είναι ανήμπορος. Μόνος ο καθένας από σας τους πιο κοντινούς στην προσπάθεια μας, είναι ανήμπορος. Μαζί ίσως κάτι μπορέσουμε να κάνουμε. Το θέατρο, ως μορφή Τέχνης, δίνει τη δυνατότητα να συνδεθούμε, να συγκινηθούμε, ν’ αγγίξουμε ο ένας τον άλλον, να νιώσουμε μαζί μια αλήθεια. Να γιατί διαλέξαμε το θέατρο σα μορφή εκδήλωσης του ψυχικού μας κόσμου. Άπ’ όλα τα δείγματα συμπάθειας προς το θέατρο μας, Ίσως εκείνο που με συγκίνησε περισσότερο ήταν όταν πριν από καιρό με σταμάτησαν στο δρόμο ένας νέος και μια κοπέλα, άγνωστοί μου κι οι δύο, και με πλατύ χαμόγελο γεμάτο χαρά μου είπαν: Μας συγχωρείτε, αλλά θέλαμε μονάχα να σας πούμε πόσο σας αγαπούμε για τις ωραίες στιγμές που μας έδωσε το «Θέατρο Τέχνης». Εκείνη τη στιγμή κατέβαινα μουτρωμένος, γιομάτος έγνοιες για τα οικονομικά του θεάτρου μας. Αυτή η συνάντηση ήταν αρκετή για να μου δώσει τόση δύναμη όση ποτέ δεν είχα. Κι όχι επειδή κολακευόταν ο εγωισμός μου. Γιατί ό,τι έγινε δεν έγινε μονάχα από μένα, αλλά μέσα από μια συνενωμένη προσπάθεια που βοήθησε όλους μας ν’ άποκτήσουμε συναίσθηση του εαυτού μας. Η συνάντηση αυτή με γέμισε δύναμη και χαρά, γιατί έβλεπα να ζωντανεύει ο κρίκος μεταξύ σκηνής και πλατείας, γιατί καταλάβαινα πως άρχιζε να πραγματοποιείται ο σκοπός του θεάτρου μας. Εκτελεστές και θεατές συνδέονταν στο μοίρασμα μιας χαράς που πήγαζε απ’ τη βαθύτερη κατανόηση των αξιών της ζωής, κι ακόμα περισσότερο, άρχιζε να δημιουργείται ένα αίσθημα αγάπης, συνενοχής αν θέτε, μπροστά στο μυστήριο του ξεσκεπάσματος μιας πνευματικής αλήθειας. Κι εκείνο το βράδυ σαν βρέθηκα με μερικούς πιο εύπορους φίλους μου, δεν εδίστασα καθόλου να τους φορολογήσω με την πιο μεγάλη αναίδεια για την οικονομική ενίσχυση του θεάτρου μας. Ένιωθα πως έκανα πράξη ηθική κι επιβεβλημένη. Αν ενδιαφέρονταν για τον τόπο μας, για τους εαυτούς των, όφειλαν να συντρέξουν την προσπάθεια. Η ψυχική ανάταση των συνανθρώπων μας είναι τόσο πολύτιμη ώστε καμιά θυσία, ακόμα και της ζωής μας αυτής, δε μπορεί να την εξαγοράσει. Έπρεπε να πληρώσουν τα χαμόγελα αυτών των παιδιών. Και μεταξύ μας, τα πλήρωσαν ακριβά. Ξεκινώντας απ’ την πίστη πως δε μπορεί να υπάρξει θέατρο χωρίς κοινό, σκεφθήκαμε να δημιουργήσουμε τον «Όμιλο των φίλων του Θεάτρου Τέχνης». Για να μη μένει ο σύνδεσμος μας απλά θεωρητικός, για ν’ αποκτήσουμε με τον καιρό στενότερη επαφή, για να γίνουν σιγά σιγά εκτελεστές και θεατές ένα, αποφασίσαμε να καθιερώσουμε ομιλίες σαν τη σημερινή, με θέματα γύρω από την Τέχνη, κυρίως γύρω απ’ τη δουλειά μας, έτσι που να ενημερωθείτε και σεις στο κάθε τι που αφορά την προσπάθεια μας, την καλλιέργεια μας, και να δημιουργηθεί πάνω στην εξέλιξη μας την πνευματική κι από τις δυο πλευρές ένας στέρεος δεσμός. Εσείς οι φίλοι, σήμερα 2000 αύριο 3000 κι ολοένα περισσότεροι, αποτελείτε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του θεάτρου και του μεγάλου κοινού. Και κάτι περισσότερο. Αποτελείτε μαζί με τους εργάτες του θεάτρου, το «Θέατρο Τέχνης». Μόνο με πλήρη κατανόηση μεταξύ μας, μπορεί το θέατρο να σταθεί και να εκπληρώσει το σκοπό του. Μόνο με ενεργό στάση εκ μέρους σας, μπορεί να νοηθεί η ύπαρξή του. Δεν πρέπει να είστε απλοί θεατές. Πρέπει να είστε συνεργοί στη δημιουργία μιας εκπολιτιστικής προσπάθειας. Πιστεύω πως οι φίλοι του Ομίλου είναι επιβεβλημένο να λαβαίνουν ολοένα και πιο ενεργό μέρος στη ζωή του θεάτρου. Σήμερα ο σύνδεσμος μας είναι οι παραστάσεις και οι ομιλίες. Αύριο, θα πρέπει να σκεφτούμε κάτι που να μας φέρει ακόμα πιο κοντά. Αυτό είναι και υποχρέωση σας και υποχρέωση μας. Γιατί πιστεύουμε απόλυτα ότι το «Θέατρο Τέχνης» είμαστε εσείς κι εμείς μαζί. Τις ίδιες υποχρεώσεις που έχουμε εμείς για την εξυπηρέτηση του θεάτρου έχετε και εσείς. Οφείλετε να προσπαθήσετε να κατανοήσετε την προσπάθεια, να την πιστέψετε, να φανατισθείτε. Και φανατισμός δε θα πεί ένας περαστικός ενθουσιασμός, που μια κούραση ή μια αδυναμία δικιά σας ή του θεάτρου, εύκολα κατορθώνει να σβήσει. Δυστυχώς αυτόν τον εύκολο κι εφήμερο ενθουσιασμό, προεξέχον χαρακτηριστικό μας, χρόνια τώρα οι τόσο επιτήδειοι επιχειρηματίες του πνεύματος εκμεταλλεύονται αποτελεσματικά, για να παρεμποδίσουν κάθε αγνό πνευματικό ξεκίνημα στον τόπο μας. Όχι εύκολους ενθουσιασμούς αλλά φανατισμό, πίστη, αυτοκριτική και αντικειμενική κριτική πριν από κάθε επίκριση. Γιατί αλλιώς δεν κάνουμε τίποτα. Μίλησα για τον «Όμιλο των Φίλων». Σαν θέατρο, δεν αποτεινόμαστε σε ορισμένη τάξη ή σε ορισμένη κατηγορία ανθρώπων. Όλοι όσοι είναι πρόθυμοι να χαρούν και να εργαστούν μαζί μας, πλούσιοι και φτωχοί, πονηροί και αφελείς, αλήτες και νοικοκυρέοι, όλοι είναι ευπρόσδεκτοι. Φτάνει μονάχα να καταλάβουν και να πιστέψουν τον προορισμό ενός Θεάτρου Τέχνης. Με το ίδιο πνεύμα προχωρήσαμε και στην εσωτερική διοργάνωση του θεάτρου. Όποιος δεν πιστεύει φανατικά στην ύπαρξή του, θα μείνει αναγκαστικά στο περιθώριο και θα σβήσει απ’ τη δουλειά μας. Χρειάζεται σκληρότητα και πνεύμα αγωνιστή. Για να φτάσουμε να είμαστε καλλιτέχνες άξιοι της αποστολής μας, πρέπει πρώτα να φτιάξουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, πρέπει να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας και να αποβάλουμε τις φτήνειες που ο καθένας μας σέρνει πίσω του. Αμαρτήματα αταβισμού, αμαρτήματα κακής διαπαιδαγώγησης, αμαρτήματα αμορφωσιάς. Η Τέχνη είναι μεγάλη, θα την πλησιάσουμε με ευλάβεια και σεβασμό. Δεν έχουμε το δικαίωμα να την κατεβάζουμε στο ανάστημα μας. Αυτή η τάση, ιδίως στο θέατρο, είναι κάτι το συνηθέστατο. Κατά γενικό κανόνα κανένας ηθοποιός δε θεωρεί κανένα ρόλο πάνω απ’ τις δυνάμεις του. Έχει σχεδόν μια έμφυτη τόλμη για το κάθε τι, μια τόλμη που πηγάζει απ’ τη βαθύτερη αμάθεια, και τον πιο φτηνό αριβισμό. Το όλο θέατρο, και το λέω με πόνο, χωρίς να επιρρίψω και πάλι σε κανένα μομφή, στηρίζεται σε βάσεις σαθρές. Και το ξέρουμε λίγο πολύ όλοι μας, όσοι εργαζόμαστε σ’ αυτό. Το θέατρο, όπως εμφανίζεται, δεν είναι Τέχνη, δεν έχει σκοπό να ανυψώσει το πνευματικό επίπεδο του λαού μας, δεν επιδιώκει να μορφώσει ολοένα περισσοτέρους ανθρώπους ψυχικά πλατιά. Το θέατρο, όπως είναι, ενδιαφέρεται απλώς να τέρψει και να δημιουργήσει αυτό που λέγεται κοινά «εμπορικές επιτυχίες». Κι η προσπάθεια αυτή συντελείται μέσα σε μια πνιγερή, παρασκηνιακή ατμόσφαιρα, ενώ ο αγώνας της επικράτησης ανάμεσα σε ηθοποιούς κι επιχειρηματίες, που βρίσκονται σε διαρκή σύγκρουση μεταξύ των, εξακολουθεί. Ένας ηθοποιός που έχει εμπορικότητα, βγαίνει στο σφυρί, ανήκει σ’ αυτόν που θα προσφέρει τα περισσότερα χρήματα και ρεπερτόριο με περισσοτέρους ρόλους. Καταντήσαμε να κάνουμε ένα μάταιο αγώνα δρόμου για ποιον θα αναγραφεί ότι πήρε μια δραχμή περισσότερη στο συμβόλαιο του. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται το καλλιτεχνικό κύρος και η εμπορική διατίμηση του κάθε ηθοποιού. Κι η Τέχνη; ο προορισμός του καλλιτέχνη; Πού να σηκώσουμε όμως κεφάλι μια και μας τρώει τέτοιος βεντετισμός, τέτοια ανθρώπινη φτήνεια. Και το κακόμοιρο το κοινό; Το κολακεύουμε με τα έργα που γράφουμε, το κολακεύουμε με το παίξιμο μας, του κολακεύουμε τα φτηνότερα του γούστα και το αποκοιμίζουμε. Δεν αυταπατώμαι διόλου με καμιά ρομαντική ουτοπία πιστεύοντας, όπως μερικοί, ότι το πλατύ κοινό έχει ένα σωστό κριτήριο και δίψα για κάτι καλύτερο. Όχι!! Το πλατύ κοινό είναι ναρκωμένο, εμείς το ναρκώσαμε. Κι αν βαθύτερα, όπως κάθε άνθρωπος, ζητά κάτι καλύτερο, δεν έχει συναίσθηση ακόμα όχι το τι ζητά, αλλά μήτε το ότι ζητά κάτι. Ασφαλώς το θέατρο, όπως υπάρχει σήμερα με το φτηνό βεντετισμό από τη μια μεριά και τον επιχειρηματία από την άλλη, δε θα προσπαθήσει ποτέ να του ξυπνήσει μια τέτοια αίσθηση. Οι καλλιτέχνες για να ενσαρκώσουν κάτι ανώτερο πρέπει να το καταλάβουν και να το πιστέψουν. Πώς μπορούν όμως, όταν οι φτασμένοι ηθοποιοί αμπαρώνονται και αμύνονται πίσω απ’ τις θέσεις τους, τρέμοντας μην τάχα ξεμπουκάρει από πουθενά κανένας επικίνδυνος αντίπαλος. Κι οι νεώτεροι συνάδελφοί τους προσπαθούν να τους μιμηθούν, για να μη χάσουν ένα κομμάτι ψωμί που ο επιχειρηματίας τούς το μεγαλώνει φειδωλά, σύμφωνα με την εμπορική τους ζήτηση. Οργανώνονται οι επιχειρηματίες και οι μεγάλοι ηθοποιοί, οργανώνονται και οι μικροί. Περιορισμούς στο επάγγελμα. Να μη μπουν νέοι ηθοποιοί. Να κλείσουν οι δραματικές Σχολές. Να περιοριστούν οι ώρες δουλειάς. Τι θέατρο, τι μπακάλικο. Τα δύο έγιναν ένα και το αυτό. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, μέσα σ’ αυτή την τρομακτική άγονη πάλη και τη λύσσα, που χρόνια τώρα μαστίζει το θέατρο μας, όλοι μαζί προσπάθησαν να βρουν συμβιβαστικές λύσεις, χωρίς να βρεθεί ένας χριστιανός που ν’ αναρωτηθεί καν: «Τι κάνουμε; Αν είμαστε καλλιτέχνες, όχι πώς μ π ο ρ ο ύ μ ε, αλλά πώς τολμούμε και θέτουμε περιοριστικούς νόμους στην Τέχνη»; Σε ποιόν ζωγράφο ετέθη ποτέ περιορισμός να ζωγραφίσει; Σε ποιόν ποιητή ειπώθηκε ποτέ «τόσες ώρες το ημερονύκτιο θα δουλεύεις»; Αν ένας καλλιτέχνης αγαπά τη δουλειά του, -και βέβαια εξυπακούεται πως μόνο αγάπη και πίστη θα τον φέρει να διαλέξει ένα τέτοιο επάγγελμα-, θα ήτανε ευτυχισμένος να προσφέρει όχι μόνο όλες τις ώρες που έχει το ημερονύκτιο στη δουλειά του, αλλά, αν ήταν δυνατό, κι ακόμα τις ώρες που δεν έχει. Χρειάζονται άλλα μέτρα, πιο ριζικά, για να γιατρευτεί το κακό, κι όχι να τσακώνονται οι μεν με τους δε εις βάρος της τέχνης, εις βάρος του πολιτισμού ενός τόπου. Χρειάζεται απ’ αρχής να μορφωθεί ο καλλιτέχνης. Να μάθει ν’ αγαπά, και πρώτα απ’ όλα, να σέβεται τη δουλειά του. Να νιώσει το βάρος της αποστολής του. Η Κοινωνία, απ’ την άλλη μεριά, πρέπει να του δώσει τα μέσα να καλλιεργηθεί, να πλουτίσει τον ψυχικό του κόσμο και να του προσφέρει μια υποφερτά άνετη ζωή. Να τον βοηθήσει ν’ αποκτήσει την πεποίθηση πως ο μόνος τρόπος για να προκόψει είναι να καλλιεργήσει τον εαυτό του και την Τέχνη του. Και θα προκόψει μόνο σαν παραμείνει μακριά από παρασκηνιακές ραδιουργίες, από μποεμισμούς, γλεντάκια και φτηνοσκορπίσματα του εαυτού του. Η ατμόσφαιρα που μέσα της θα ζήσει και θ’ αναπτυχθεί ο καλλιτέχνης, πρέπει να είναι καθαρή, σεμνή και σοβαρή. Όπως ο αθλητής που τρέχει τα 100 κάνει δίαιτα στο σώμα του, έτσι και ο ηθοποιός που ερμηνεύει ένα μεγάλο ρόλο, πρέπει να κάνει δίαιτα στην ψυχή του. Γνωρίζω θέατρα στο εξωτερικό όπου οι ηθοποιοί, ένα μήνα πριν παίξουνε ένα ρόλο, τον ζουν μέρα και νύχτα στη ζωή τους, στο πώς θα φάνε, στο πώς θα πιάσουν το πηρούνι τους, στο περπάτημα τους, στην αίσθηση του ματιού τους. Εδώ είμαστε ικανοποιημένοι όταν μας δίδονται όλο κι όλο τρεις βδομάδες για ν’ αποστηθίσουμε και να παρουσιάσουμε οποιοδήποτε έργο ολκής. Κι ούτε πολυεξετάζουμε πια τέτοιες μικρολεπτομέρειες, σαν κι αυτή που ανέφερα. Φτάνει, βρε αδελφέ, να κινούμεθα με κομψότητα και με λίγη άνεση που συχνά πρέπει να μεταφράζεται αναίδεια. Σε ορισμένα θέατρα έξω, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της παράστασης όχι μονάχα να κινείται αλλά ούτε να μιλά ο ηθοποιός, έξω απ’ το χαρακτήρα του ρολού του. Τόσο απόλυτη πρέπει να είναι η αυτοσυγκέντρωση του. Κι όταν ζητήσει ένα κραγιόνι από το συνάδελφο του, οφείλει να το ζητήσει στον τόνο που του υπαγορεύει ο ρόλος. Εδώ αν δεν έχουμε, στα διαλείμματα του ρόλου που παίζουμε, την τύχη να το ρίξουμε στα χαρτιά, υπάρχει τουλάχιστο η ελπίς να κάνουμε κανένα δυο χωρατά, να πούμε δυο τρεις εξυπνάδες με συναδέλφους ή επισκέπτες. Ο Στανισλάφσκι συχνά επενέβαινε, όπως γράφει, και στην ιδιωτική ζωή των συνεργατών του. Τα φλερτ και τα μικροαισθηματάκια τα θεωρούσε σκόρπισμα και ξέφτισμα της εσωτερικότητας του καλλιτέχνη και τα απαγόρευε. Πριν απ’ όλα όμως, φρόντισε να έχει ο κάθε ηθοποιός ένα καμαρίνι με ήλιο και μια βιβλιοθηκούλα, έτσι που να απαλύνει τον, από φύση, νευρωτισμό του και να τον κάνει να καταλάβει πως είναι πνευματικός εργάτης. Πρώτα φωτεινό καμαρίνι στον ηθοποιό κι ύστερα βελούδινη πολυθρόνα στο θεατή. Και πολύ σωστά, γιατί το θεατή ο καλός ηθοποιός μπορεί να τον κάνει να ξεχάσει πού κάθεται, ενώ η βελούδινη πολυθρόνα δε μπορεί να βοηθήσει κανένα ηθοποιό να μεταδώσει το μήνυμα του πέρα από τη ράμπα όπως πρέπει. Αν δεν δημιουργηθούν υγιείς παραδόσεις, ανάμεσα σε μας τους καλλιτέχνες του θεάτρου, θα εξακολουθήσουν να γιομίζουν τα θέατρα με πολλούς θεατές στις πολλές βελούδινες πολυθρόνες. Κι ο καθένας απ’ τους θεατές θα παίρνει την αριθμημένη θέση του με τη βεβαιότητα πως ήρθε ν’ απολαύσει την εξυπνάδα του ενός ηθοποιού, το χαμόγελο της άλλης, το νάζι και το φιογκάκι της Χ· κι έτσι να διευκολύνει την πέψη του. Τι Τέχνη και πράσινα άλογα. Έρχεται κόσμος; Ευχαριστιέται ο κόσμος το έργο; Ε, αυτό είναι τέχνη. Γι’ αυτούς όλους τους λόγους, υπάρχει επιτακτική ανάγκη ενός συνολικού αγώνα, κι ας μη γελιόμαστε, για αγώνα πρόκειται, ενάντια σε κάθε σαθρή εκδήλωση στο θέατρο. Ηθοποιοί, όσοι μπορούν να προσαρμοσθούν σε μια πιο υγιή κατάσταση, κριτικοί, θεατές, ας συσπειρωθούνε κι ας αποτελέσουνε ένα αδιάσπαστο σύνολο. Μόνο με τέτοιες συνολικές προσπάθειες που μπορούν να εμπνεύσουν ένα γενικό φανατισμό, θα βρει το θέατρο τη γιατριά του και θα γλιτώσει από το βραχνά τού επιχειρηματία από τη μια μεριά, του βεντετισμού από την άλλη, κι απ’ όλα τα αντικαλλιτεχνικά μέτρα που, ίσως και κάποτε δικαιολογημένα, παίρνουν οι μικρότεροι ηθοποιοί για να προασπίσουν τους εαυτούς των. Εμείς για να εξουδετερώσουμε αυτά τα κακά, δημιουργήσαμε πρώτα πρώτα, για ν’ αποφύγουμε την καταστρεπτική επίδραση του επιχειρηματία στη δουλειά μας, το σωματείο «Θέατρο Τέχνης», με σκοπό ν’ αποκλεισθεί η ατομική κερδοσκοπία για κάθε ένα συνδεδεμένο με το θέατρο. Από την άλλη, για την καταπολέμηση του βεντετισμού, θέσαμε σαν αρχή μας ότι το θέατρο μας θα είναι θέατρο συνόλου και οι εργάτες του θ’ αμείβονται σχεδόν ίσα. Ας μου επιτραπεί να επεκταθώ πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί και κάπως ελαστικό είναι, και παρεξηγήσιμο. Με θέατρο Συνόλου δεν εννοούμε θέατρο όπου δε θα υπάρχουν κορυφές και προεξοχές, και που χάρη της μετριότητας θα παραγκωνισθεί η πραγματική αξία και το ταλέντο. Είναι και κουτό, και βλαβερό το να πιστεύει κανείς σε πνευματική, διανοητική και καλλιτεχνική ισοπέδωση. Είμαστε πρόθυμοι, θέλουμε και θα διαθέτουμε κάθε μέσο για να μπορέσουμε να τραβήξουμε τους αδυνατότερους προς τα πάνω. Κι όσους περισσοτέρους τραβήξουμε τόσο περισσότερη θα είναι η χαρά μας και η ικανοποίηση μας. Διόλου όμως δε σημαίνει αυτό πως χάρη μιας θεωρητικής ισότητας, θα πρέπει οι ικανότεροι να υποκύψουν. Αυτό αντίκειται και στην εξέλιξη της τέχνης και στην εξέλιξη του πολιτισμού ενός τόπου. Έπειτα σ’ έργο έργο τέχνης, δεν υπάρχουν ουσιαστικά μικροί και μεγάλοι ρόλοι, για ένα καλλιτέχνη. Κι ο μικρότερος ρόλος, έχει τόσο περιεχόμενο, που χρειάζεται εκ μέρους του ηθοποιού μεγάλη προσπάθεια για να τον ολοκληρώσει, αν θελήσει να δουλέψει ευσυνείδητα. Έτσι δίνεται αυτόματα η ευκαιρία στον κάθε ερμηνευτή να δουλέψει καλλιτεχνικά και ν’ απολαύσει καλλιτεχνικά. Φυσικά όπως ξέρουμε, συχνά τα έργα συγκεντρώνονται κυρίως κάποτε σε πέντε, κάποτε σε τέσσερις, και κάποτε ακόμα και σε δύο χαρακτήρες. Αυτοί, εννοείται, θα ερμηνεύονται πάντοτε απ’ τους ικανότερους ηθοποιούς. Πρώτος σκοπός του θεάτρου -κι ας είναι θέατρο συνόλου- είναι να δώσει με τα μέσα που του παρέχονται κάθε φορά, όσο το δυνατό πιο άρτια προπαρασκευασμένη πνευματική τροφή στον κόσμο, κι όχι να κάνει καλλιτεχνικές παραχωρήσεις, από φόβο μη δυσαρεστηθούν οι εργάτες του. Αλλιώς, αντί να δημιουργήσουμε ένα θέατρο όπου ο κάθε ηθοποιός είναι στη θέση του, διατρέχουμε τον κίνδυνο να φτιάξουμε ένα νέο θέατρο όπου αντικαθιστούμε τη μια βεντέτα με πολλές βεντέτες, και το θέατρο συνόλου θ’ αποβαίνει ουσιαστικά μια ουτοπία. Αλλά ούτε ουτοπία είναι, ούτε κάτι που δημιουργείται απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται καιρός να δημιουργηθεί μια νέα ηθική τάξη, όπου ο κάθε ηθοποιός θα γνωρίζει τη θέση του, θ’ αποκτήσει την καλλιέργεια, την απαραίτητη πνευματική μόρφωση, για να κρίνει αντικειμενικά τον εαυτό του και τους άλλους, θ’ αποκτήσει τόση εμπιστοσύνη στους καθοδηγητές του και τόση πίστη στη δουλειά του, ώστε να καταλάβει ότι, όταν εργάζεται για κάτι τόσο μεγάλο, πρέπει να μένει ικανοποιημένος με την προσφορά που του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, όσο ταπεινή κι αν είναι. Το «Θέατρο Τέχνης» προσπαθεί να δημιουργηθεί σαν θέατρο συνόλου. Τα άλλα θέατρα που θ’ ακολουθήσουν, θα προσπαθήσουν κι αυτά να δημιουργηθούν σαν θέατρα συνόλου. Αλλά το αληθινό θέατρο συνόλου, έτσι όπως το αντιλαμβάνομαι, θ’ αργήσει πολύ να υπάρξει στον τόπο μας, κι ασφαλώς δεν το βλέπω να πραγματοποιείται στο εγγύς μέλλον. Χρειάζεται προπαίδευση, μόρφωση, ηθική και ψυχική καλλιέργεια, ξύπνημα της ευαισθησίας, συνείδηση της αποστολής μας, συνείδηση της μελέτης και της υπέρογκης εργασίας, τεχνικής και πνευματικής, που απαιτεί ο θεός που βαλθήκαμε να λατρέψουμε: το θέατρο. Τώρα όσον αφορά την αισθητική γραμμή του «Θεάτρου Τέχνης», θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος και σαφής, αν και το θέμα αυτό και ανεξάντλητο είναι και δύσκολα πιάνεται σε μια ομιλία. Η επεξήγηση αισθητικών αντιλήψεων έχει για μένα κάτι από το χαρακτήρα μιας εξομολόγησης. Το να μιλάει ο καλλιτέχνης για αλήθειες που συνέλαβε, ή που φαντάζεται πως συνέλαβε, είναι σα να ξεσκεπάζει κάτι ιερό μέσα απ’ τον πιο κρύφιο εαυτό του, κάτι που ο ίδιος συχνά τρέμει να αγγίξει, απωθούμενος από ένα αίσθημα σεβασμού, λατρείας, συγκίνησης, ντροπής και αβεβαιότητας. Ίσως μαζί και φόβου, μήπως -αγγίζοντας το- ραγίσει ή μήπως σαν τη λευκή μανόλια στο πρώτο άγγιγμα και μιας ανάσας ακόμα, μολυνθεί και μαυρίσει. Ο Κλάιβ Μπέλ, ένας από τους πιο εξέχοντες σύγχρονους αισθητικούς, σε μια μελέτη του για τον Σεζάν θίγει επιτυχημένα αυτό το σημείο. Αν θυμάμαι καλά λέει ότι ο καλλιτέχνης είναι ο τελευταίος που μπορεί να αναλύσει ή να επεξηγήσει το έργο του. Ψηλαφεί στα σκοτεινά. Πού και πού, μια μικρή λάμψη τον οδηγεί πιο πέρα. Δε στέκεται να εξηγήσει τι φώτισε, πώς φώτισε, γιατί φώτισε, μόνο προχωρεί ολοένα και πιο πέρα, προτού προκάνει και σβήσει η λάμψη, κυριευμένος ίσως κι από ένα παράξενο φόβο, μήπως, σαν τη γυναίκα του Λοτ, μεταμορφωθεί σε στήλη άλατος αν γυρίσει πίσω να κοιτάξει και να παρατηρήσει. Γι’ αυτό πάντα εδίσταζα να μιλήσω πάνω σε αισθητικές αντιλήψεις, όχι μόνο με τους άλλους αλλά ακόμα και με τον εαυτό μου. Ένιωθα πως η στιγμή δεν ήταν κατάλληλη, ή πως το ξεκαθάρισμα δεν είχε συνειδητοποιηθεί. Ίσως κιόλας δε θα έπρεπε να συνειδητοποιηθεί, διαισθανόμενος τον κίνδυνο μήπως, με τη συνειδητοποίηση και την αποκρυστάλλωση στερέψει το υποσυνείδητο, μεταμορφωθώ και γω σαν τη γυναίκα του Λοτ σε στήλη άλατος. Γι’ αυτό, ας μου συγχωρεθεί στη σημερινή κουβέντα μου μαζί σας πάνω στο θέμα αυτό, να είμαι λίγο τσαπατσούλης και, σαν καλός χριστιανός, θα προσπαθήσω να είμαι ειλικρινής και τίμιος και να ανταποκριθώ κατά δύναμη στην ιερότητα αυτών που αιστάνθηκα και πίστεψα. Και πρώτα πρώτα, ξεκινώντας απ’ την αρχή, τότε που ιδρύθηκε η «Λαϊκή Σκηνή», πριν από μια δεκαετία, θα κάμω ένα σύντομο απολογισμό για το τι επίστεψα τότε, τι εξακολουθώ να πιστεύω σήμερα, που έχει γίνει εξέλιξη — αν υπάρχει εξέλιξη —, έτσι που μέσα απ’ τις αντιθέσεις να διευκολυνθείτε , κι εσείς πιότερο και να καταλάβετε τι ζητάμε. Για να είμαι ειλικρινής, τώρα που βλέπω πέρα απ’ τα δέκα χρόνια, εκείνα τα αισθητικά στοιχεία που με συνεπήραν τότε συνδέονταν συγκεκριμένα με το Ελληνικό «Λαϊκό», το κάπως σχηματοποιημένο του, όπως φανερωνόταν στη ζωή, τη γνήσια χωριάτικη και νησιώτικη, στα δημοτικά μας τραγούδια και πιο πίσω, στις Βυζαντινές αγιογραφίες και στα αρχαία αγγεία. Και τα έργα που παίξαμε τότε Ερωφίλη, Άλκηστη, Πλούτος, Όρνιθες κ.τ.λ. ανταποκρίνονταν τέλεια σ’ αυτό το πνεύμα. Μπορώ να πω, για να μεταχειρισθώ έναν πιο ορθόδοξα νοητό όρο, ότι το θέατρο μας τότε ήταν καθαρά εξπρεσιονιστικό. Αλλά εξπρεσιονισμός Ελληνικός, με στοιχεία Ελληνικά, άλλα βγαλμένα απ’ τη ζωή και την πραγματικότητα γύρω μας, κι άλλα βοηθητικά απ’ την παράδοση μας. Και φυσικά, για να πραγματοποιηθεί ένα γνήσιο ελληνικό εξπρεσιονιστικό θέατρο, αποτάνθηκα για να μορφώσω ηθοποιούς, στις λαϊκές τάξεις, όπου υπήρχαν ακόμη υπολείμματα πλούσια σε εκφράσεις, σε κινήσεις, αισθήματα και ψυχικό κόσμο. Δηλαδή ξεκίνησα παίρνοντας ως βάση την Ελληνική Λαϊκή πραγματικότητα μ’ όλο της το πλούσιο, πρωτόγονο και πηγαίο στοιχείο. Παραμερίζοντας λίγο τις δικές μου πνευματικές και ψυχικές ανάγκες, σκέφθηκα πως θα έπρεπε ν’ αρπαχτώ από μια γνήσια εκδήλωση ζωής, της πιο έντονης που θα μου παρουσιαζόταν. Κι αυτήν, φαντάζομαι, αιστάνθηκα σαν τέτοια πιο συγγενική μου, στην ομορφιά της, στην αφέλεια της, στον πρωτογονισμό της και κυρίως στο πλαστικό της στοιχείο, εξωτερικευμένο σε αδρές γραμμές. Οι κινήσεις, οι στάσεις, η κουβέντα, όλα είχαν νόημα, προέρχονταν από μια αληθινή ψυχική κατάσταση και ανάγκη, αν όχι βέβαια πνευματική, χωρίς επιτήδευση, χωρίς περιορισμούς, χωρίς απαγορεύσεις καλών τρόπων συμπεριφοράς, που συχνά ναρκώνουν κάθε πλαστικότητα σ’ άλλες τάξεις. Η πείνα ήταν πείνα, η δίψα δίψα, κι ο πόνος έντονος, ζωντανός, αποτυπωμένος δίχως προσποίηση στη σάρκα, στους μυς και στα νεύρα. Πρωτόγονα αισθήματα, αλλά τουλάχιστον γνήσια, αληθινά και έντονα ζωντανά. Χαίρομαι και ευλογώ αυτά που με ώθησαν να αρπαχτώ απ’ αυτήν την ποίηση του πρωτογονισμού και τη μορφοποιημένη του έκφραση. Ο Ελληνικός Λαϊκός εξπρεσιονισμός στάθηκε ένας πολύτιμος δάσκαλος για μένα, κι αν όχι άλλο, με βοήθησε στο να καλλιεργηθεί μέσα μου η αίσθηση κι η ανάγκη της πλαστικότητας στο θέατρο, όχι βέβαια της φτιαχτής πλαστικότητας όπως διδάσκεται σε μερικές σχολές χορού και μπαλέτου, αλλά της πηγαίας πλαστικότητας όπως παρουσιάζεται στη ζωή, στα βουνά, στίς ρεματιές, στα δέντρα, στα ζώα, στα πουλιά και στους ανθρώπους. Και πρέπει να ομολογήσω ότι όσο εβοήθησα εγώ τους, τότε, κάπως άξεστους μαθητές μου, να καλλιεργηθούν, να μορφωθούν, να συνειδητοποιήσουν -για όσους είχαν- τον ψυχικό τους πλούτο, άλλο τόσο με βοήθησαν κι εκείνοι να αισθανθώ την αισθητική μιας πρωτόγονης αλήθειας. Αυτά το 1933. Από τότε πέρασαν 10 χρόνια και θα ήταν ψέμα αν έλεγα ότι αυτά που μου αποκαλύφθηκαν, καλλιεργημένα και πιο συνειδητοποιημένα τώρα μέσα μου, δεν επηρεάζουν τη μορφή της τωρινής εργασίας μου. Βέβαια τώρα παίζουμε Ίψεν, Σω, Πιραντέλλο, ασχολούμεθα κυρίως με το ψυχολογικό δράμα, που πολύ λίγη σχέση έχει με τις πρωτόγονες μορφές του θεάτρου. Τότε παίζαμε με τόνους, τώρα με ήμιτονια. Τότε δίναμε συναισθήματα αδρά, μονοκόμματα, πρωτόγονα. Σήμερα προσπαθούμε να δώσουμε τις χίλιες δυο ψυχικές διακυμάνσεις του σύγχρονου καλλιεργημένου ανθρώπου. Το απαιτεί η ζωή, η πραγματικότητα, τα αεροπλάνα, οι μηχανές, τα βιβλία, ο ρυθμός της εξέλιξης γύρω μας, ο ρυθμός της εξέλιξης μέσα μας. Το να κάνει κανείς από μας σήμερα πρωτόγονη Λαϊκή Τέχνη, είναι – ας μου συχωρεθει η έκφραση- αναχρονισμός που πλησιάζει τη μανιέρα. Είναι σα να αποκεντρώνει θεληματικά τα τρία τέταρτα του εαυτού του, για να μπορέσει να κουτσοβλαστήσει το άλλο τέταρτο. Εγώ ο ίδιος, τότε, πολλές φορές ένιωθα ένα μεγάλο κίνδυνο, μια αίσθηση ότι έκανα προσπάθεια να μην αφήσω να ξυπνήσει κάτι άλλο βαθύτερα μέσα μου, κι ότι δεν ήμουνα τίμιος. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο ζητούσα να ξεφύγω την κλούβα όπου είχα τάξει τον εαυτό μου, λογικά και συνειδητά. Σιγά σιγά, κατάλαβα ότι αυτό που αγάπησα δεν ήτανε το τέρμα, ότι υπήρχε μια πόρτα που ξανανοιγόταν παραπέρα, κι ασφαλώς πως πίσω από ’κείνη την πόρτα, θα υπήρχε άλλη κι έπειτα κι άλλη κι ούτω καθεξής. Ήτανε μια αναγκαία σταδιοδρομία της ψυχής μου, για ν’ αποκτήσει ορισμένα συστατικά που της έλειπαν. Έτσι συχνά ο περίπλοκος ψυχικός μηχανισμός μας, λειτουργεί στα τυφλά και μας οδηγεί ασυναίσθητα να αντλούμε από τον έξω κόσμο αυτά που μας λείβουνται για να κατανοήσουμε ολοένα και περισσότερα πράματα. Μας κάνει, προς στιγμήν, να πιστεύουμε σε τέρμα, σε απόλυτο, για να μπορέσει αυτός εύκολα και με βουλιμία να μασήσει, να χορτάσει κι έπειτα κορεσμένος να ξεκινήσει για πιο πέρα. Αυτά όλα τα λέω για ν’ αποδείξω ότι η γραμμή που ακολούθησα είναι μία. Η αισθητική αντίληψη πάνω στην οποία βαδίζω είναι στη βάση της απόλυτα ίδια, αδιάφορο αν ξεκίνησα απ’ το Λαϊκό θέατρο και σήμερα απ’ την ανάγκη της εξωτερικής πραγματικότητας μέσα μου, κατέληξα στο ψυχολογικό δράμα. Την πλαστικότητα της στάσης, της κίνησης και του λόγου επιζητώ και τώρα. Πίστευα ότι η τέχνη δεν είναι η πιστή φωτογραφική απεικόνιση της εξωτερικής ζωής, αλλά η ζωή όπως την αισθάνεται με το δικό του εσωτερικό μάτι, περασμένη μέσα από τα φίλτρα των συναισθημάτων του, ο καλλιτέχνης. Το ίδιο πιστεύω και τώρα. Πίστευα στην αποκρυστάλλωση των συναισθημάτων, στην αφαίρεση κάθε περιττού, στην τεχνική σύνθεση ενός νοήματος, έπειτα από μια βαθιά ανάλυση της πραγματικότητας του έξω από μας κόσμου. Το αυτό πιστεύω και τώρα. Πιστεύω πως ο καλλιτέχνης οφείλει να εξετάζει προσεκτικά την έξω πραγματικότητα, να την μελετά, να εξασκείται άρτια τεχνικά στο πώς θα την αποδώσει καλύτερα, αλλά να μην ξεχνά ποτέ ότι ο τελικός σκοπός του δεν είναι αυτός, δηλαδή να αντιγράψει απλώς τη δημιουργία της φύσης, αλλά τι νόημα της δίνει αυτός, ο άνθρωπος, οδηγημένος απ’ την ποιητική και φιλοσοφική του αντίληψη της ζωής, από το μυαλό του, το αίμα του, την ψυχή του. Αν μας συγκινήσει ένα σύννεφο που περνά, σκοπός μας δεν είναι να απεικονίσουμε τη δημιουργία αυτής της φύσης, σκοπός μας είναι να ολοκληρώσουμε, μέσα σε μια πλατύτερη σύνθεση, ένα Α νόημα που ξυπνά μέσα μας. Εκείνο που θέλω κυρίως να τονίσω, είναι ότι ο σκοπός της τέχνης μας δεν είναι το αντικείμενο, αλλά το νόημα που του δίνουμε εμείς. Πώς θα το αναπλάσουμε και πώς τελικά θα διαγραφεί και θα συνδεθεί μέσα στης ψυχής μας το φως, κι όχι να το δώσουμε απλώς, έτσι όπως διαφαίνεται μέσα στο εκτυφλωτικό φως της στιγμής που περνά. Δηλαδή, πιστεύω σ’ ένα είδος εσωτερικού ρεαλισμού, κοντύτερα ίσως σ’ αυτό που ο Βακτάνγκωφ, μαθητής του Στανισλάφσκι, ονόμασε στο ημερολόγιο-μανιφέστο του, φανταστικό ρεαλισμό, σ’ αντίθεση του νατουραλισμού του δασκάλου του και σ’ αντίθεση της απόλυτης εξωτερικής σχηματοποίησης και του θεατρικού συμβατισμού του Ταΐρωφ. Κι αν σήμερα αναζητώ, ουσιαστικά, το ίδιο που αναζητούσα το 1933, δηλαδή το βαθύτερο νόημα, την αλήθεια της εξωτερικής πραγματικότητας όπως καθρεφτίζεται στον ψυχικό μου κόσμο, δοσμένη ανάγλυφα και με ρυθμό, ωστόσο διαφέρω μόνο στο ότι αισθάνομαι πια απαλλαγμένος απ’ τους αισθητικούς περιορισμούς της παραδόσεως και της ομαδικά παραδεγμένης αντίληψης που η Λαϊκή Τέχνη μού έθετε, περιορισμούς δεσμευτικούς στην ψυχική και την πνευματική εξέλιξη του άτομου. Το σύννεφο που θα χρειαζόμουν να συνθέσω τον πίνακα, υπήρχε διαγραμμένο απ’ την παράδοση, τη δημιουργημένη ή τη δημιουργούμενη, το ίδιο το χορταράκι με το βράχο, το ίδιο και το ανθρώπινο μάτι. Σήμερα αφήνω το αυθόρμητο να μου διαγράφει το σύννεφο, το χορταράκι, το ανθρώπινο μάτι. Έξαλλου η λαϊκή μας παράδοση μυρίζει θυμάρι και βραχοτόπια. Τα συναισθήματα στον κάμπο και τις βουνοκορφές είναι απλά, μονοκόμματα, αργά στο ρυθμό τους. Εμείς ζούμε μέσα στα τραμ, στα αυτοκίνητα, σε κάθε βήμα στρίβουμε και μια γωνία, εδώ μια ρεκλάμα στον τοίχο, παρακάτω ένας φουκαράς εξαντλημένος πάνω στο πεζούλι, χίλιες έγνοιες, πολλές ψυχικές μεταπτώσεις. Όλα αυτά συμβάλλουν αναγκαστικά στη δημιουργία μιας πιο ατομικής σύνθεσης, και στη δημιουργία πιο ατομικών ασθητικών μέσων έκφρασης. Οι πολλαπλές συγκινήσεις και ψυχικές διακυμάνσεις που δοκιμάζουμε, μας κάνουν να βλέπουμε κατά πολλαπλούς διαφορετικούς τρόπους την πραγματικότητα έξω από μας. Περισσότερο νόημα, περισσότερη ποίηση, περισσότερη αισθητική συγκίνηση μπορεί να μας δώσει ένας εραστής σήμερα μ’ ένα σήκωμα των ώμων του, μ’ ένα κόμπιασμα της φωνής του, μ’ ένα ναί ή μ’ ένα όχι, παρά με μια τιράντα 20 καλογραμμένων ενδεκασύλλαβων στίχων. Για να δώσουμε μια αισθητική συγκίνηση σήμερα, πρέπει ν’ ανατρέξουμε σε νέες μορφές, σε νέα νοήματα, σε σύγχρονα μέσα έκφρασης, βγαλμένα από τις ανάγκες της εσωτερικής και εξωτερικής μας πραγματικότητας. Κι οφείλω να πω ότι -για μας- ως πρότυπα του σύγχρονου ψυχολογικού θεάτρου, στάθηκαν και στέκονται ο Ιψεν από τη μια μεριά κι ο Τσέχωφ από την άλλη, κι οι διάφοροι άλλοι μικρότερης ολκής συνεχιστές τους. Σ’ αυτούς κυρίως βρήκαμε τους εαυτούς μας. Στο αμάλγαμα, που μας παρουσιάζουνε, μιας εξωτερικής πραγματικότητας θεωρημένης με το μάτι ενός ποιητή-δημιουργού καλλιεργημένου και εξελιγμένου. Μπορεί μερικά από τα κοινωνικά προβλήματα που μας παρουσιάσανε, να τα θεωρούμε ξεπερασμένα και λυμένα, αν κι εδώ πάλι θα διατύπωνα ορισμένες επιφυλάξεις, αλλά ο δρόμος που χάραξαν με την ποίηση τους, την ψυχολογική τους διαίσθηση, τα νοήματα ζωής που μας έδωσαν, την αρχιτεκτονική και τεχνική πληρότητα των έργων τους, αυτός ο δρόμος θα μείνει για πολύ ως πρότυπο στη μελλοντική εξέλιξη του θεάτρου. Μερικοί από τους επικριτές μας, επιμένουν ότι όλα μας τα έργα τ’ ανεβάζουμε και τα παρουσιάζουμε κατά τον ίδιο τρόπο. Αν εννοούν βασικά την αισθητική μας γραμμή, τη γραμμή του εσωτερικού ή φανταστικού ρεαλισμού, τότε είμαστε σύμφωνοι. Και δεν καταλαβαίνω πώς θα μπορούσαν να διανοηθούν ότι ένα θέατρο, μπορεί να πρεσβεύει τσάτρα-πάτρα, μια μέρα το ένα και μια μέρα το άλλο, και ν’ αλλάζει γραμμή και πεποιθήσεις με την ίδια ευκολία που αλλάζουμε πουκάμισο. Αν πάλι, ότι μέσα σε μια καθιερωμένη αισθητική αντίληψη, οι μορφές του κάθε έργου που ανεβάζουμε παρουσιάζουν κάτι το πανομοιότυπο, τότε, ας μου επιτρέψουν να διαφωνήσω ριζικά μαζί τους, γιατί ο στοιχειωδώς -αισθητικά- μορφωμένος θεατής θα μπορούσε ν’ αντιληφθεί ότι καμιά σχέση μορφής δεν υπήρχε μεταξύ Πιραντέλλο, Ιψεν και Σω για ν’ αναφέρω αυτά τα τρία, εκτός μιας συγγένειας στο πεδίο του ψυχολογικού δράματος, κι εκτός του βασικού αισθητικού πρίσματος από το όποιο εμείς τα βλέπουμε. Γιατί το μεν έργο του Πιραντέλλο δόθηκε με πνεύμα ημιγκροτέσκικο, σχεδόν μπουφόνικο, ανακατωμένο με μελοδραματικό θεατρινισμό και σε ορισμένα μέρη με νότες αληθινής αγωνίας, του Ιψεν, ειλικρινά απλά, σεμνά, με διαρκή πάλη μεταξύ πικρόχολου σαρκασμού κι ανθρώπινου πόνου, και του Σω πάλι μ’ εξωτερική ξεγνοιασιά κι απάθεια ρεαλιστικά γελοιογραφικά. Και πηγαίνω και πιο μακριά ακόμα. Δεν πιστεύω μόνο στην ιδιορυθμία κάθε συγγραφέα ξεχωριστά, αλλά ότι κάθε έργο του ίδιου συγγραφέα, έχει αισθητικά διαφορετική μορφή και νόημα, κι ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να ψάξει πολύ για να διαισθανθεί την ιδιάζουσα ουσία και να την αποδώσει. Επίσης μας αποδόθηκε η μομφή της υπερβολής και της δραματοποίησης των πάντων. Κι εδώ πάλι, εξετάζοντας τα πράγματα αντικειμενικά, φοβούμαι ότι οι επικριτές μας παρασύρθηκαν κάπως από την πραγματικότητα του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου της πρόζας, όπου, σήμερα, κυρίως δύο τάσεις επικρατούν. Από τη μια η παράδοση ενός ρομαντικού ακαδημαϊσμού, με τον κλασικό στόμφο, την τεχνητή κι επιτηδευμένη απαγγελία κρεσέντου, ντιμινουέντου κλπ., καλούπια εγκεφαλικά που δεν ανταποκρίνονται σε καμιά ανθρώπινη πραγματικότητα, σε καμιά ζωική αλήθεια, σε καμιά ανάγκη του σύγχρονου θεάτρου, κι απ’ την άλλη το θέατρο του βουλεβάρτου με τους γνωστούς κλισεδαρισμένους τρόπους εμφάνισης, υπόκλισης και μειδιάματος. Το μεν πρώτο θεωρείται παραδεδεγμένο και ορθόδοξο, το δε δεύτερο φυσικό. Και καλός ηθοποιός είναι ο ηθοποιός που παίζει με άνεση, με κομψότητα, με χάρη και είναι και φυσικός. Παραδέχομαι ότι η τεχνική αρτιότητα που απαιτεί αυτό το είδος του θεάτρου δεν αποκτάται εύκολα. Αλλά προς τι όλος αυτός ο αγώνας; Για να μάθουμε μήπως πώς να τρώμε έξυπνα, ν’ αλλάζουμε σακάκια και γουναρικά, να νυστάζουμε και να χασμουριόμαστε με τρόπο; Γιατί τα έργα αυτά ασφαλώς δεν εκφράζουν κανένα νόημα, δεν υπάρχει αίμα μέσα τους, δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει ρυθμός και γραμμή να υπογραμμίσει. Φεύγουν, κυλούν, χωρίς να δημιουργήσουν στο θεατή καμιά συγκίνηση, καμιά λαχτάρα για κάτι. Το πολύ πολύ που μπορούν να κάνουν, είναι να διαπλάσουν μια γενιά από κουφούς και πνευματικά ανάπηρους ανθρώπους. Ο Λελέ, ο Τώνη, η Ζαννέτ κι ο Κωστάκης, ως πρότυπα ανθρώπων δεν παρουσιάζουν βέβαια ούτε κανένα δικό τους εσωτερικό πλούτο, ούτε και ξυπνούν αυτόν που εμείς έχουμε μέσα μας. Κι έτσι τους βλέπουμε να περνούν και να ξαναπερνούν, να λένε τ’ αστειάκια τους, έξυπνα και χαριτωμένα, κι έχουμε τουλάχιστον την απόλαυση ότι εκφράζονται φυσικά, με εξωτερική βέβαια φυσικότητα, γιατί μόνο περί φαινομενικής γνώριμης φυσικότητας πρόκειται, αντάξιας στο μυθιστόρημα των Ντελλύ, Ντυράν και Σία, που ασφαλώς θα την εζήλευε ένας Ντοστογιέφσκι ή ένας Φλωμπέρ, αν ζούσε! Βέβαια, η θεληματική υπερβολή στην τέχνη είναι κακή κι είναι κατά κανόνα η αδυναμία κάθε πρωτόπειρου καλλιτέχνη. Συχνά όμως διατρέχουμε τον κίνδυνο, παρασυρόμενοι από μια ισχνή πραγματικότητα, να βλέπουμε κρεμασμένα πάχητα εκεί όπου υπάρχουν μόνο μυς και νεύρα. Δε θέλω βέβαια να πω μ’ όλα αυτά πως δεν είμαστε γεμάτοι ατέλειες κι ελαττώματα. Τουναντίον, πιστεύω ότι τεχνικά, ηθικά, πνευματικά δε φτάσαμε ούτε καν στο Α της τέχνης μας. Μαθητεύουμε και θα μαθητεύουμε ακόμα για πολύ. Κι εκείνοι που θα έρθουν μετέπειτα θα μαθητέψουν και κείνοι. Δουλεύουμε πάνω σ’ ένα τίμιο δρόμο, κι αυτός είναι ο μόνος έπαινος που ζητάμε να μας αποδοθεί. Εμείς, μ’ όλο που είμαστε μάλλον νέοι όλοι, παραδεχόμαστε ατέλειες και αδυναμίες. Ας παραδεχτούν κι οι επικριτές μας, χωρίς να μου κρατήσουν κακία γι’ αυτό, ότι είναι καλύτερο ν’ ανοίξεις το παράθυρο να μπει λίγος φρέσκος αέρας, κι ας είναι να μπει μ’ αυτόν και λίγη ή πολλή σκόνη, παρά να κρατήσεις, σαν τις καλές νοικοκυράδες, που τρέμουν μήπως σκονιστούν τα ράφια και τα παρκέτα, σφιχτοκλεισμένα παράθυρα και παντζούρια, κι όπου το μόνο που μπορείς, είναι να πάθεις ασφυξία και να σκάσεις.

Κάρολος Κουν – 17 Αυγούστου 1943

ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ …in youtube

Ο Ηθοποιός πρέπει να λειτουργεί…

Το θέατρο δεν είναι ακαδημαϊκό επάγγελμα…

Κάρολος Κουν (Eκπομπές που αγάπησα)

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ – ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ

Θέατρο Τέχνης – Μισός αιώνας Αριστοφάνης (εκπομπή “Παρασκήνιο” 2004)

ΟΡΝΙΘΕΣ (1975) Θέατρο Τέχνης (παράσταση)

ΟΡΕΣΤΕΙΑ (1982), ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ (παράσταση)

ΠΕΡΣΕΣ (2000), ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ (παράσταση)

Θοδωρής Οικονόμου

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε πιάνο στο Ωδείο Αθηνών με την Αλίκη Βατικιώτη και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Royal College of Music στο Λονδίνο με καθηγήτρια την Irina Zaritskaja. 

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, συνεργάζεται σαν πιανίστας και ενορχηστρωτής με τους Μίκη Θεοδωράκη, Θάνο Μικρούτσικο, Γιάννη Μαρκόπουλο, Διονύση Σαββόπουλο, Νίκο Μαμαγκάκη, καθώς και με ερμηνευτές όπως οι Μαρία Δημητριάδη, Μαρία Φαραντούρη, Μαριος Φραγκουλης, Χρήστος Θηβαίος, Τάνια Τσανακλίδου, Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Ειρήνη Καράγιαννη, Τάσης Χριστογιαννόπουλος, Άλκιστης Πρωτοψάλτη κ.α., δίνοντας συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το χειμώνα του 2008 συμμετείχε σε συναυλίες των Lucio Dalla, Lara Fabian και του Justin Hayward.

Το 2004 συνέθεσε τη μουσική της τελετής έναρξης των Παραολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας μετά από ανάθεση της γαλλικής εταιρείας παραγωγής ΕCA2.

Συνεργάζεται με το Εθνικό Θέατρο, το Κ.Θ.Β.Ε, το Θέατρο Τέχνης, το Ελληνικό Φεστιβάλ, τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας, Λαμίας, Κέρκυρας, Καβάλας κ.α. Έχει γράψει τη μουσική για πάνω από ογδόντα θεατρικές παραστάσεις που έχουν σκηνοθετήσει οι Robert Wilson, Γιάννης Χουβαρδάς, Νίκος Μαστοράκης, Σταμάτης Φασουλής, Σωτήρης Χατζάκης, Κατερίνα Ευαγγελάκου, Πέτρος Ζούλιας, Έλλη Παπακωνσταντίνου, Αντώνης Καλογρίδης, Θέμης Μουμουλίδης, Γιάννης Μπέζος κ.α. Έχει γράψει τη μουσική για την ταινία «Γλυκιά μνήμη» του Κυριάκου Κατζουράκη (2004) όπως επίσης και στην  ταινία του Τώνη Λυκούρεση “Επαφή” (2017) καθώς και για ταινίες μικρού μήκους.

Είχε την μουσική επιμέλεια και την ευθύνη της διδασκαλίας των χορικών της πρωτότυπης μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι στην δεύτερη αναβίωση της ιστορικής παράστασης των «Ορνίθων» του Αριστοφάνη που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας στην Κίνα το 2008 από το Θέατρο Τέχνης.

Το 2012 επιλέχτηκε από τον αμερικανό σκηνοθέτη Robert Wilson για να συνθέσει τη μουσική καθώς και να παίζει πιάνο στην παράσταση  «Οδύσσεια» που σκηνοθέτησε ο ίδιος και η οποία παρουσιάστηκε στην κεντρική σκηνή του θεάτρου Τσίλερ για 120 παραστάσεις και αμέσως μετά για 50 παράστασεις στο ιστορικό Piccolo teatro στο Μιλάνο τις θεατρικές περιόδους 2013, 2015, σε συμπαραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και του Piccolo teatro.

Παράλληλα το χειμώνα του 2012 ξεκίνησε την συνεργασία του με τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο για την καινούργια του ταινία με τίτλο «Η Άλλη θάλασσα», η οποία και σταμάτησε μετά τον ξαφνικό θάνατο του μεγάλου Έλληνα δημιουργού.

Έχει εκδώσει δυο προσωπικούς δίσκους με τη Μαρία Δημητριάδη (Δον Κιχώτες) και τον Τάσο Αποστόλου (Στην ίδια ζωή), ενώ τραγούδια του συμπεριλαμβάνονται σε δίσκους της Άλκιστης Πρωτοψάλτη, Τάνιας Τσανακλίδου και Μάριου Φραγκούλη (SONY CLASSICAL NEW YORK). Το 2013 εκδόθηκε σε CD η μουσική του από την παράσταση  «Οδύσσεια».

Έχει συμπράξει με συμφωνικές ορχήστρες και άλλα μικρότερα σχήματα στην Κύπρο, Σικάγο, Νέα Υόρκη, Βοστώνη, Βαλτιμόρη, Λονδίνο, Τόκιο, Οζάκα, Ναγκόγια, Γλασκώβη, Εδιμβούργο, Αλεξάνδρεια, Νότια Αφρική και Πεκίνο ενώ έχει πραγματοποιήσει και solo improvisation κονσέρτα στην Αθήνα, στο μουσείο της Ακρόπολης στo πλαίσιο της έκθεσης του  Bob Wilson “La traviata”, καθώς και στην Ιταλία (Μιλάνο, Παβία, Κρεμόνα)

Είναι ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Τέχνης «Μύκητας» με την οποία έχουν παρουσιάσει τις παραστασεις – performance “Επιτέλους Αδιέξοδο.” και “ Το Φευγιό ”.

Το 2011 βραβεύτηκε με το βραβείο “Δημήτρης Μητρόπουλος”από το Θεατρικό Μουσείο της Ελλάδας καθώς και για την σύνθεση της μουσικής της παράστασης «Το Τρίτο Στεφάνι» (2009-2010 Εθνικό θέατρο) στα βραβεία κοινού από το περιοδικό Αθηνόραμα.

Από το 2005 διδάσκει στην Ανώτερη Δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης.

 

 

Μαρίνα Χρονοπούλου

Γεννήθηκε στην Αθήνα.

Το 1995 αποφοίτησε από το Τμήμα Εικαστικών Τεχνών (Maîtrise d’Arts Plastiques) του Πανεπιστημίου της Σορβόννης στο Παρίσι.

Το 2003 ολοκλήρωσε τις μουσικές σπουδές της (Δίπλωμα Πιάνου, Πτυχίο Φούγκας) στην Αθήνα.

Την περίοδο 2000-2004 συνόδευε στο πιάνο τραγουδίστριες κλασσικού τραγουδιού στο Κεντρικό Ωδείο Κ. Κλάββα και έγχορδα στο Ελληνικό Ωδείο.

Συμμετείχε στο πιάνο στις παραστάσεις «Απόψε η μουσική» (σκηνοθεσία Θ. Γράμψας, Θέατρο Τέχνης, 2006), «Οι κόκκινες γυναίκες» (σκηνοθεσία Κ. Καπελώνης, Πάνδημος Ηώς, 2007), «Η συνοδός» (σκηνοθεσία Δ. Κωνσταντινίδης, Θέατρο Βαφείο, 2008).

Έκανε ενορχήστρωση, μουσική διδασκαλία, και συμμετείχε στο πιάνο, στις παραστάσεις «Ένα όνειρο κατά το όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», (σκηνοθεσία Ν. Μαστοράκης, Μικρή Επίδαυρος, Θέατρο Τέχνης, 2006), «Εσύ μας χάρισες» (σκηνοθεσία Δ. Δεγαΐτης, Θέατρο Τέχνης, 2007), «Να πιούμε άλλο ένα ή να φύγουμε» (κείμενα και σκηνοθεσία Π. Παναγόπουλος, Architecture, 2008), «Ο γνωστός μας άγνωστος κύριος Γκάτσος» (σκηνοθεσία Μάνια Παπαδημητρίου, Μικρή Επίδαυρος 2011, Τριανόν, 2012), «Όλιβερ Τουίστ» (σκηνοθεσία Κ. Καπελώνης, Θέατρο Τέχνης, 2012).

Έκανε μουσική διδασκαλία στην αναβίωση της παράστασης «Όρνιθες» του Θεάτρου Τέχνης (μουσική Μ. Χατζιδάκις, 2008) και στην παράσταση «Πλούτος» (σκηνοθεσία Δ. Χρονόπουλος, μουσική Χ. Λεοντής, 2010).

Έχει συνθέσει τη μουσική για δύο ταινίες μικρού μήκους (βιομηχανικό Μουσείο Ερμούπολης, 2000), για το ντοκιμαντέρ «Οι εποχές των ορυκτών στο Αιγαίο» (Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 2003), και για τις παραστάσεις «Η κυρία Κούλα» (σκηνοθεσία Ν. Μαστοράκης, Θέατρο Τέχνης, 2010), «Το Δείπνο» (σκηνοθεσία Δ. Χρονόπουλος, Θέατρο Τέχνης, 2010), «Ο δρόμος περνά από μέσα» (σκηνοθεσία Δ. Χρονόπουλος, Θέατρο Τέχνης, 2011), «Ο Έλεγχος του Διεθνούς Ταμείου» (σκηνοθεσία Κ. Καπελώνης – Δ. Δεγαϊτης, Θέατρο Τέχνης, 2011), «Ο Πατέρας» (σκηνοθεσία Λίλλυ Μελεμέ, Θέατρο Τέχνης, 2012), «Δέρμα στις φλόγες» (σκηνοθεσία Δ. Χρονόπουλος, Θέατρο Τέχνης, 2013), «Βρικόλακες» (σκηνοθεσία Σ. Λιβαθινός, Θ. Κεφαλληνίας, 2013), «Καληνύχτα Μαργαρίτα» (σκηνοθεσία Μάνια Παπαδημητρίου, 2014), «Χάνσελ και Γκρέτελ» (σκηνοθεσία Σταύρος Στάγκος, Μικρό Παλλάς, 2014).

Διδάσκει σολφέζ στις δραματικές σχολές: Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν, Πράξη Επτά και Δήλος.

Τώνης Λυκουρέσης

Χωρίς τίτλο

Ζακυνθινής καταγωγής, σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ, σκηνοθεσία κινηματογράφου και ζωγραφική στην ΑΣΚΤ με το Νίκο Νικολάου. Ιδρυτικό μέλος και κινηματογραφικός κριτικός του περιοδικού «Σύγχρονος Κινηματογράφος». Από το 1986 συνεργάστηκε με την κρατική τηλεόραση, με ντοκιμαντέρ και εκπομπές που αφορούν κυρίως στην Επτάνησο. Παράλληλα σκηνοθετεί για το θέατρο (ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, Ζάκυνθος, Ηρώδειο-Φεστιβάλ Αθηνών). Την τελευταία δεκαετία, διδάσκει αισθητική κινηματογράφου και τεχνική σκηνοθεσίας σε ανώτερες σχολές Δραματικής Τέχνης και Κινηματογράφου και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου-Τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Από το 2004 έως και σήμερα, είναι γενικός γραμματέας και αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών. Το 2013-2014 διετέλεσε Πρόεδρος Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου.

Φιλμογραφία μεγάλου μήκους (επιλεκτική)

Η Χρυσομαλλούσα, 1978 (δράμα)
Το Αίμα των Αγαλμάτων, 1982 (δράμα)
Άλκηστη, 1986 (δράμα)
Νυχτερινή Προβολή, 1987 (τηλεταινία ΕΤ1)
Ύμνος εις την Ελευθερία, Δ. Σολωμός –Ν. Μάντζαρος, 1990 ( δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ)
Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν, 1993 (ντοκιμαντέρ)
Το Τραγούδι της Ζωής, 2002 (δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ)
Σκλάβοι στα Δεσμά τους, 2008 (δράμα εποχής)
Επαφή, 2017 (Σύγχρονο δράμα)

 

Κατερίνα Σωτηρίου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965.

Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, με καθηγητή τον Δημήτρη Μυταρά. Αποφοίτησε με άριστα.

Παρακολούθησε το εργαστήριο σκηνογραφίας – ενδυματολογίας της Α.Σ.Κ.Τ. με καθηγητή τον Γιώργο Ζιάκα.

Συμμετείχε σε εκθέσεις ζωγραφικής (Ζάππειο Μέγαρο, Γκαλερί Κρεωνίδης, Εθνική Πινακοθήκη κ. α).

Ως σκηνογράφος-ενδυματολόγος πρωτοδούλεψε το 1995 στην παράσταση «Άλκηστις» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία του Γιώργου Λαζάνη με το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν στην Επίδαυρο, 1995 (Φεστιβάλ Αθηνών). Έκτοτε συνεργάστηκε με αρκετούς σκηνοθέτες και θέατρα.

Επιμελήθηκε εκθέσεις σχετικές με το αρχαίο δράμα και συμμετείχε σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα. Ιδρυτικό μέλος της ομάδας «Ματζέντα» και «Μύκητας» (δημιουργία θεατρικών παραστάσεων, performances, video art). Από το 1995 διδάσκει Σκηνογραφία-Ενδυματολογία στην Ανώτερα Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952.

Σπούδασε κλασική και αγγλική φιλολογία στις Η.Π.Α. και νεοελληνική φιλολογία στο Λονδίνο, όπου δίδαξε για δύο χρόνια.

Έχει δημοσιεύσει ποιητικά βιβλία, δοκίμια, ποιητικές μεταφράσεις, άρθρα, μελέτες και βιβλιοκρισίες σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες.

Από το 1986 ως το 1997 εργάστηκε ως υπεύθυνος εκδόσεων στο Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Από το Σεπτέμβριο του 1998 εργάζεται στο Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, όπου, από το Νοέμβριο του 1999, κατέχει τη θέση του διευθυντή.

Ποίηση:
Τα μύρτα του φωτός. Αθήνα, Πλέθρον, 1978
Με μια τρελή σοδειά. Αθήνα, Άγρα, 1979
Βιβλίο πρώτο. Αθήνα, Άγρα, 1982
Τέσσερα. Αθήνα, Άγρα, 1983
Ακόμη μια φορά. Αθήνα, Άγρα, 1986
Δίγαμα. Αθήνα, Άγρα, 1988
Τριώδιο [με τους Ηλία Λάγιο και Γιώργο Κοροπούλη]. Αθήνα, Άγρα, 1991
Υπό κλίμακα. Αθήνα, Άγρα, 1991
Ανθοδέσμη [συλλογικό]. Αθήνα, Άγρα, 1993
Αισθηματική αγωγή. Αθήνα, Άγρα, 1993
Μέρες αργίας. Αθήνα, Άγρα, 1995
Τετραλογία. Αθήνα, Άγρα, 1997
Μπαλάντες και περιστάσεις. Αθήνα, Άγρα, 1997
Μικρή ζωολογία [συλλογικό]. Αθήνα, Πατάκης, 1998
Προσωπογραφία [ποίηση –θέατρο]. Αθήνα, Άγρα, 1998
Από λεπτότατη οδύνη. Αθήνα, Άγρα, 2003
Στον τάφο του Καβάφη. Αθήνα, Άγρα, 2003
Λόγος στους ανθρώπους παλιός. Αθήνα, Άγρα, 2006
Ο κρότος του χρόνου. Αθήνα, Άγρα, 2007
Όλα τα δειλινά του κόσμου, Αθήνα, Άγρα,2008

Δοκίμια:
Για μια κριτική των κοινωνικών επιστημών [συλλογικό]. Αθήνα, Κριτική, 1996
Τα μέτρα και τα σταθμά. Αθήνα, Άγρα, 1998
Προσωπογραφία [λεύκωμα –θέατρο]. Αθήνα, Άγρα, 1998
Οι οφειλές της ανάγνωσης. Αθήνα, Νήσος, 2000
Η συνάφεια με τα πράγματα. Αθήνα, Ύψιλον, 2001
Στον καιρό. Αθήνα, Άγρα, 2002
Κωστής Παλαμάς, ο ποιητής και ο κριτικός [συλλογικό]. Αθήνα, Μεσόγειος, 2007

Επιμέλειες:
Jean Starobinski, Τρεις μανίες. Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992
Είκοσι τέσσερις γλύπτες τιμούν τον δάσκαλό τους. Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002
Ειρήνη Οράτη, Έλληνες χαράκτες στον εικοστό αιώνα. Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003
Βίκτωρ Θ. Μελάς, Οι άτλαντες των Μερκάτορ – Χόντιους. Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003
Αιγαίου περίπλους [συλλογικό]. Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2003

Μεταφράσεις:
Kobayashi Issa & Matsuo Bashõ, Δεκαέξι χαϊκού του Issa και τέσσερα του Basho. Αθήνα, Άγρα, 1987
William Shakespeare, Ρωμαίος και Ιουλιέττα. Αθήνα, Πατάκης, 1996
William Shakespeare, 25 σονέτα. Αθήνα, Άγρα, 1998
Samuel Taylor Coleridge, Παγωνιά τα μεσάνυχτα. Αθήνα, Άγρα, 2002
Matsuo Bashõ, Ο κόσμος της πάχνης. Αθήνα, Άγρα, 2004
Emily Dickinson, Το μέγα ύδωρ. Αθήνα, Άγρα, 2004
Πίνδαρος, Ολυμπιόνικοι. Αθήνα, Εφημερίδα “Ελεύθερος Τύπος”, 2008

Μεταφράσεις έργων του:
Topografitë. [tr.by]: Niko Kocalidha. Tiranë: Toena, 2006.

(Πηγή: Εθνικό κέντρο βιβλίου- www.ekebi.gr)

Γιάννης Λιγνάδης

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1984-1988). Εκπόνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Αρχαίο Δράμα (Τραγωδία 5ου αιώνα) στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1997-2000). Εργάζεται ως φιλόλογος στα σχολεία της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας- Aρσάκειο Ψυχικού (1990-2015). Δίιδαξε Αρχαίο Δράμα, Λογοτεχνία και Δραματολογία στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (2004-2008). Διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης Αρχαίου Δράματος “ΔΕΣΜΟΙ” (2012-2016), επιστημονικός συνεργάτης σε εκπομπές της Ιδιωτικής Τηλεόρασης (SEVEN X, ET1) και της Κρατικής Ραδιοφωνίας (EΡA1), και σύμβουλος Υπουργού Παιδείας. Έχει δημοσιεύσει μελέτες, δοκίμια και άρθρα σε συλλογικούς τόμους, βιβλία, περιοδικά και θεατρικά έντυπα. Μεταφράσεις και διασκευές του σε έργα του Αρχαίου Δράματος και του παγκόσμιου ρεπερτορίου έχουν παρασταθεί σε κρατικά φεστιβάλ (Αθηνών/Επιδαύρου) και κρατικά θέατρα. Πρωτότυπα θεατρικά κείμενά του έχουν ανέβει από ιδιωτικούς θιάσους στην ελληνική θεατρική σκηνή.* Το μεγαλύτερο μέρος του επιστημονικού και μεταφραστικού του έργου παραμένει αδημοσίευτο. Από το 2002 μέχρι σήμερα διδάσκει Αρχαίο Δράμα και Λογοτεχνία στην Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης-Καρόλου Κουν.
(Για αναλυτικότερες πληροφορίες, βλ. σχετικούς διαδικτυακούς ιστοτόπους)

ΠΡΩΤΟΤΥΠΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΣ (ΠΣ), ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ (Μ) ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ ΔΡΑΜΑΤΩΝ (Δ)

2000. ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΕΣ. «Θεατρικό Σανίδι» (Περιοδεία σε Φεστιβάλ Αττικών Δήμων) Μ
2006. ΈΡΩΣ ΘΗΛΥΚΡΑΤΉΣ. ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ (Θέατρο Μικρής Επιδαύρου) ΠΣ
2008. ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΦΑΕΘΩΝ. ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΦΕΣΣΟΥ (Θέατρο Βιβλιοθήκης Κέλσου) Μ/Δ
2008. ΣΟΦΟΚΛΗ ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ, ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ. ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ (Θέατρο Επιδαύρου) Μ
2009. ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ. ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.ΑΓΡΙΝΙΟΥ, ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ (Θέατρο Μικρής Επιδαύρου, Περιοδεία) Μ
2013. ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΒΑΚΧΕΣ. ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ (Θέατρο Ηρώδειο, Περιοδεία) M
2014. ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ-ΠΕΡΙΚΛΗΣ: Η ΝΕΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΗΓΕΜΟΝΙΑΣ. ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ/ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ (Θέατρο Μικρής Επιδαύρου, Θέατρο Βράχων) M
2014. ΗΡΑΚΛΗΣ ΟΙ ΔΩΔΕΚΑ ΑΘΛΟΙ (Χειμερινή Περίοδος, Θέατρο ΠΑΝΘΕΟΝ) ΠΣ
2015. ΤΖΟΝ ΦΟΡΝΤ, ΚΡΙΜΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΟΡΝΗ. ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ (Χειμερινή Περίοδος, Θέατρο Χώρα) Μ
2015. ΚΡΗΤΟΜΥΘΙΑ: ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (Χειμερινή Περίοδος, Θέατρο Αλκυονίς)
2016. ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟΣ: ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ I. ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΙΣΧΥΛΕΙΩΝ (Θέατρο Παλαιού Ελαιουργείου Ελευσίνας) ΠΣ

ΕΡΡΙΚΟΣ ΜΠΕΛΙΕΣ

Ο Ερρίκος Μπελιές γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει εκδώσει έξι (6) ποιητικές συλλογές και έχει μεταφράσει είκοσι τέσσερα (24) πεζογραφήματα και τριακόσια είκοσι τέσσερα (324) θεατρικά έργα. Είναι πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, πρόεδρος του Οργανισμού Διαχείρισης Θεατρικών Δικαιωμάτων «Θέσπις», μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων και μέλος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου του Υπουργείου Εξωτερικών.

+ Δίδαξε στη Σχολή μέχρι τον Ιανουάριο του 2016…

« Παλαιότερα άρθρα Νεότερα άρθρα »

© 2022 Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

Θέμα εμφάνισης από τον Anders NorenΠάνω ↑