Οι επιτυχόντες στην α΄ φάση της εξέτασης καλούνται να επιλέξουν -και να δουλέψουν- έναν από τους παρακάτω μονολόγους και να τον παρουσιάσουν στην επιτροπή.

Οι άντρες υποψήφιοι μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στους μονολόγους 1 έως 4 και οι γυναίκες 4 έως 7.

Στη β’ αυτή φάση οι υποψήφιοι θα εξεταστούν και σε θέματα αυτοσχεδιασμού που θα τους δοθούν την ώρα της εξέτασης. 

 

1.

ΜΑΚΒΕΘ

Μη μου φέρνετε πλέον αναφορές.

Ας φύγουν όλοι. Ενόσω δεν κινάει

απ’ το Μπέρναμ το δάσος για ναρθεί

στο Ντονσιναίν, εμένα φόβος δε με πιάνει.

Τι είναι αυτό το παιδί τάχατε, ο Μάλκομ;

Αυτόν δεν τον εγέννησε γυναίκα;

Τα πνεύματα που ξέρουν όλα όσα

κυβερνούνε τις τύχες των άνθρώπων

μου προφήτεψαν έτσι: «Μή φοβάσαι, Μάκβεθ!

γιατί άντρας, που τον γέννησε γυναίκα,

ποτέ δε θα νικήσει εσένα». —Φύγετε

λοιπόν, άπιστοι θάνηδες, πηγαίνετε

ν’ ανταμώστε τους Άγγλους Επικούρους!

Εμένα η γνώμη μου ποτέ δε θα λυγίσει,

και μήτε φόβος την καρδιά μου θα τη σείσει.

(Παρουσίαζεται ένας υπηρέτης).

Να σε μαυρίσει ο διάολος, γελοίε κιτρινιάρη,

πού τη βρήκες αυτή τη χηνήσια θωριά;

Ο διάολος να σε πάρει! Αυτά τα χασεδένια

μάγουλά σου είναι κήρυκες του φόβου.

Φύγε να μη σε βλέπω.

 

2.

(Ακούγεται μουσική).

ΡΙΧΑΡΔΟΣ

Μουσική ;

Αα, κρατάτε το μέτρο ! Τι πικρή είναι

η γλυκιά μουσική, όταν χαλάσει

ο χρόνος, και χαθούν οι αναλογίες !

Έτσι και της ανθρώπινης ζωής μας

η μουσική ! Και τώρα έχω το αφτί μου

πολύ λεπτό, και ψέγω το χαμένο

μέτρο σε μια παράφωνη χορδή.

Μα για την αρμονία του αξιώματός μου

και τής ζωής μου δεν είχα το αφτί

για να ξεκρίνω το χαμένο μέτρο.

Κατάστρεψα το χρόνο,

και τώρα ο χρόνος καταστρέφει εμένα.

Μ’ έχει κάνει ρολόι του. Οι στοχασμοί μου

είναι οί στιγμές, και με αναστεναγμούς

σιγομετρούν τις ώρες μες στα μάτια μου,

του ρολογιού το δίσκο,

όπου το δάχτυλό μου, σαν το δείχτη,

μέτρα πάντα την ώρα

σκουπίζοντας τα δάκρυα. Οι χτύποι, κύριε,

που σημαίνουν τις ώρες, είναι οι βόγγοι

που αχούνε στης καρδιάς μου την καμπάνα.

Έτσι τα δάκρυα, οι στεναγμοί, κι οι βόγγοι

μετρούνε τις στιγμές,

τις ώρες και τις μέρες, που περνάνε.

Μα οι ώρες οι δικές μου περνούν τρέχοντας

μες στην αγέρωχη ευτυχία του Μπόλιμπροκ,

ενώ στέκομαι εδώ μωρολογώντας

και κάνοντας, το αντρείκελο που κρούει

την καμπάνα σ’ εκείνου το ρολόι.—

Ετούτη η μουσική μου φέρνει τρέλα.

 

3.

ΛΗΡ

Έλα να πάμε στα δεσμά μας: οι δυο μας μόνοι,

σαν πουλάκια στο κλουβί, θα κελαηδούμε.

Όταν μου λες να σε βλογώ, θα γονατίζω

να σου λέω συχώρεσέ με.

Έτσι θα ζούμε και θα λέμε προσευχές,

και τραγουδάκια, και παλιά παραμυθάκια,

και θα γελούμε με χρυσές πεταλουδίτσες,

και με καημένους ανθρωπάκηδες θ’ ακούμε

να κουβεντιάζουν για τα νέα του παλατιού

και θα τα κουβεντιάζουμε κι εμείς μαζί τους

– ποιος χάνει, ποιος κερδίζει, ποιος είναι στα πράματα,

ποιος είν’ απ’ έξω –

και μονάχα εμείς θα νιώθουμε το μυστήριο των όντων,

σάμπως να ’μαστε κατάσκοποι του θεού·

 

4.

ΞΩΤΙΚΟ

Εγώ όλη νύχτα ταξιδεύω

σε βουνό, σε λιβάδι, λόχμη, δάσος, αγρό,

τριγυρνώ στο σκοτάδι, με φωτιά, με νερό

πιο γοργά κι απ’ το φεγγάρι να υπηρετώ με χάρη

την ντυμένη στα χρυσά νεραιδοβασίλισσα,

να στολίζω με δροσιά

κάθε χόρτο που πατά.                                   

Γύρω της ευθυτενείς

οι κυρίες της τιμής :

χρυσοκέντητες πριμούλες,

με τις πορφυρές τους βούλες

σαν ρουμπίνια στην ποδιά

να σκορπίζουν ευωδιά.

Τώρα γυρεύω στάλες μες στα ρείκια

να βάλω στις πριμούλες σκουλαρίκια.

Γειά σου, βλαχαδερό, εγώ θα φύγω,

γιατί έρχεται η βασίλισσα σε λίγο…

 

5.

ΛΑΙΔΗ ΜΑΚΒΕΘ

Φύγε, καταραμένο σημάδι ! φύγε, λέω!

Ένα, δύο… Τότε λοιπόν είναι καιρός να το κάνω.

Η Κόλαση είναι σκοτεινή ! Ντροπή, βασιλιά μου, ντροπή.

Στρατιώτης και να φοβάσαι ; Τι ανάγκη έχουμε να φοβούμαστε

μην το μάθει κανένας, αφού κανένας δεν μπορεί

να ζητήσει το λόγο από τη δύναμή μας ;

Όμως ποιος να το φανταζότανε πως ένας άνθρωπος

σ’ αυτή την ηλικία θα είχε μέσα του τόσο αίμα;

 

Μην κάνεις έτσι πια, βασιλιά μου, μην κάνεις πια έτσι !

Τα καταστρέφεις όλα μ’ αυτό σου τον τρόμο.

 

Ακόμα μυρίζει το αίμα.

Όλα τ’ άρώματα της Αραβίας δε θα μπορέσουν ποτέ

να καθαρίσουν τούτο το μικρό χέρι.

 

Πλύνε τα χέρια σου· φόρεσε το νυχτικό σου·

μην κιτρινίζεις έτσι !

Σ’ το ξαναλέω: ο Μπάνκο είναι θαμένος·

δεν μπορεί να βγει απ’ τον τάφο του.

 

Έλα, έλα, έλα, δώσ’ μου το χέρι.

Ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται.

Στο κρεβάτι μας, στο κρεβάτι μας !

 

6.

ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ

Αχ Ρωμαίε, γιατί να είσαι ο Ρωμαίος;

Πατέρα, όνομα, αρνήσου, πέταξέ τα.

Κι αν δεν μπορείς, ορκίσου την αγάπη μου,

κι εγώ θα πάψω πια να είμαι Καπουλέτου.

Εχθρός μου είναι τ’ όνομά σου, τίποτ’ άλλο.

Εσύ είσαι εσύ, και δίχως το Μονταίγος.

Τι ’ναι Μονταίγος; Μήπως είναι πόδι, χέρι,

στέρνο ή πρόσωπο ή όποιο άλλο μέλος

κάποιου άνθρώπου; Γίνε άλλο όνομα!

Τι κρύβει τ’ όνομα; Αυτό που λέμε ρόδο

κι αλλιώς να το ’λεγαν, δεν θα μοσχοβολούσε;

Κι αν δεν τον έλεγαν Ρωμαίο, ο Ρωμαίος

πάλι θα κράταγε την τελειότητά του

μονάκριβη. Βγάλε, Ρωμαίε, τ’ όνομά σου,

κι αντί για τ’ όνομά σου το παράταιρο,

πάρε ολόκληρη εμένα.

 

7.

ΙΟΥΛΙΕΤΤΑ

Ήταν εννέα όταν έστειλα τη Νένα,

σε μισή ώρα είχε πει πως θα γυρνούσε.

Κι αν δεν τον βρήκε; Δεν μπορεί. Α, πώς χωλαίνει.

Προάγγελοι του έρωτα πρέπει να είναι

οι σκέψεις μας, δέκα φορές πιο γρήγορες

από το φως του ήλιου όταν ανατέλλει

κι αναχαιτίζει τις σκιές από τους λόφους.

Την Αφροδίτη, λένε, την πηγαίνουν περιστέρια,

κι ο Έρωτας φορά λευκά φτερά του άνέμου.

Τώρα ο ήλιος στο ταξίδι της ημέρας

μεσουρανεί κι εγώ μετρώ απ’ τις εννιά

τρεις ώρες μάταιες, κι ακόμα να φανεί.

Αν έβραζε το αίμα της, αν είχε πάθος,

σαν σφαίρα θά ’φευγε που τη χτυπούν τα λόγια

του έρωτά μου προς αυτόν κι αυτός σε μένα.

Μα κάποιοι γέροι κάνουν σαν να τους συνθλίβει

ο θάνατος· αργούν, βαραίνουν σαν μολύβι.